ΕπικαιρότηταΠολιτισμός

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Ο ταπεινός καλλιτέχνης που έζησε και δημιούργησε μέσα στη φτώχεια και την περιφρόνηση.

Σαν σήμερα, στις 22 Μαρτίου του 1934, έφυγε ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (Κεφαλάς). Η χρονολογία της γέννησής του δεν είναι γνωστή, αλλά από πολλούς βιογράφους του τοποθετείται πειστικά ανάμεσα στο 1868 με 1870, στο προάστιο της Μυτιλήνης, Βαρειά. Γιος του Γαβριήλ Χατζημιχαήλ και της Πηνελόπης το γένος Ζωγράφου, είναι το μεγαλύτερο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας με τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Τα αδέρφια του τρέπονται σε πρακτικά επαγγέλματα ενώ ο Θεόφιλος από την παιδική του ηλικία εκδηλώνει την προτίμησή του προς τη ζωγραφική. Το επάγγελμα του Ζωγράφου – Αγιογράφου, ασκούσε και ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας, Κωνσταντής, που όμως, ούτε δίδαξε τον εγγονό του ούτε άσκησε καμία επίδραση στην τεχνοτροπία του. Άλλωστε, ανάμεσα στους δύο ποτέ δεν υπήρξαν εγκάρδιες σχέσεις.

Ερωτόκριτος και Αρετούσα

Η νηπιακή και η παιδική ηλικία του Θεόφιλου σημαδεύεται από σοβαρές αρρώστιες που του άφησαν τραυλισμό και σωματική καχεξία για ολόκληρη τη ζωή του. Εκτός από αυτά, ήταν και αριστερόχειρας, πράγμα που και από τον ίδιο και από τον στενό κοινωνικό του περίγυρο θεωρήθηκε οργανική μειονεκτικότητα. Προκαλούσε προσβλητικά σχόλια που μαζί με τις αδέξιες και καταπιεστικές προσπάθειες των γονιών του να τον φέρουν την δεξιοχειρία, του δημιούργησαν πλέγμα μειονεξίας. Λέγεται ότι και ο δάσκαλος του στο δημοτικό σχολείο του έδενε το αριστερό χέρι, τον τιμωρούσε και του έλεγε πως ποτέ δεν θα γίνει ικανός άνθρωπος. Ο Θεόφιλος, όχι μόνο ξεπέρασε με τον δικό του τρόπο την μειονεξία του, αλλά ανέπτυξε και ανάλογες πνευματικές και ψυχικές ικανότητες.

Απομονώνεται στο άβολο υπόγειο του πατρικού σπιτιού και ασκείται επίμονα στη ζωγραφική τέχνη που απαιτεί και αξιοσύνη του χεριού. Απροσάρμοστος και σχεδόν εχθρικός προς τον στενό κοινωνικό του περίγυρο ισορροπεί μέσα στην απομόνωση και την επιμονή άσκηση. Όταν αισθάνθηκε ώριμος να κάνει κάποια προσπάθεια ένταξής του, ζωγραφίζει μία αδελφή του και όλοι παραδέχτηκαν πως ανταποκρινόταν στο μοναδικό για τον τόπο και την εποχή του κριτήριο, την ομοιότητα προς το μοντέλο του. Ωστόσο, το χάσμα ανάμεσα σε αυτόν και στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του δεν μπόρεσε να κλείσει. Αυτός ο κακοφτιαγμένος αρρωστιάρης και περιφρονημένος δημιουργεί με τη ζωή του και την τέχνη του έναν φανταστικό ηρωικό κόσμο, μέσα στον οποίο θα ζήσει και θα δημιουργήσει. Από πολύ νέος και για ολόκληρη τη ζωή του φοράει φουστανέλα, που δεν είναι ούτε η τοπική φορεσιά της πατρίδας του Μυτιλήνης, ούτε της κοσμοπολίτικης Σμύρνης, όπου έζησε μερικά χρόνια, ούτε του Πηλίου, στο οποίο παρέμεινε 30 χρόνια. Είναι γι’ αυτόν η ηρωική κλεφτουριά, το αρματολίκι και προπαντός η λεβεντιά αυτή που του στέρησε τη ζωή. Αυτή η λαχτάρα της λεβεντιάς είναι πατημένη σαν πυρακτωμένη σφραγίδα σ’ ολόκληρο τον ψυχικό του βίο. Τις απόκριες ντύνεται Μέγας Αλέξανδρος με στολή δικής του κατασκευής, μεταμφιέζει σε Μακεδόνες μερικά χαμίνια και περιφέρεται ευτυχής και απροσγείωτος στα σκονισμένα σοκάκια της Σμύρνης και του Βόλου. Μέσα σε αυτό το κλίμα εντάσσονται και οι φανταστικές διηγήσεις του για ηρωικές πράξεις όπως το σκότωμα ενός Τούρκου που προσέβαλε τον Έλληνα πρόξενο στη Σμύρνη. Ο Θεόφιλος δεν ψευδολογούσε συνειδητά, περιέγραφε κατορθώματά που τα έζησε στη “δική” του ζωή.

Κάποια μέρα, πολύ νέος ακόμη, δραπετεύει από τη Βαρειά και φεύγει για τη Σμύρνη, δραστήριο ναυτικό εμπορικό και μεταποιητικό κέντρο της Μικράς Ασίας. Γύρω από το ελληνικό προξενείο κινείται και ο Θεόφιλος χωρίς όμως να πάρει τη θέση του Καβάση, όπως ο ίδιος έγραφε αργότερα σε αυτοπροσωπογραφίες του στη Σμύρνη. Εκεί ο ζωγράφος μας διαμορφώνει την εικαστική του γλώσσα και σχηματίζει το βασικό θεματολόγιό του από τον κόσμο της αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της νεώτερης Ελλάδας. Τότε κάνει επάγγελμα τη ζωγραφική. Με την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 φεύγει για την Ελλάδα με την πρόθεση να καταταγεί εθελοντής. Είναι αμφίβολο αν θα κατάφερνε να κάνει πράξη δικά του ηρωικά οράματα που στάθηκαν τόσο αποδοτικά στην τέχνη του. Οι εχθροπραξίες σταματούν πριν προλάβει ο Θεόφιλος να γνωρίσει τις πραγματικές συνθήκες του πολέμου, τόσο διαφορετικές από το πεδίο της ζωγραφικής.

Όταν φτάνει στον Βόλο, το θεσσαλικό αυτό λιμάνι ύστερα από 15 χρόνια ελεύθερου Εθνικού βίου, βρίσκεται πάλι κάτω από τουρκική κατοχή η οποία τερματίζεται την άνοιξη του 1898. Για τους κατοίκους του Βόλου, ο φουστανελάς ζωγράφος με τα παράξενα φερσίματα είναι μία ευκαιρία διασκέδασης και εύκολων αστεϊσμών. Σχετικά καλύτερη είναι η αποδοχή του από τους κατοίκους των κοντινών χωριών. Ζει μέσα στη φτώχεια και στην απομόνωση. Ζωγραφίζει στους τοίχους μικρομάγαζων του Βόλου, του Άνω Βόλου, της Πορταριάς, της Μακρινίτσας και λίγων ακόμη χωριών. Η αμοιβή για τη δουλειά του ήταν λίγα κέρματα, αντίστοιχα της αξίας των χρωμάτων και κάποιο πενιχρό γεύμα. Στο 1912,ο εύπορος μυλωνάς Γιάννης Κοντός του αναθέτει την τοιχογράφηση μεγάλου χώρου του σπιτιού του στην Ανακασιά. Είναι ένα επιβλητικό σύνολο πολλών δεκάδων τετραγωνικών μέτρων, με σκηνές από την Επανάσταση του 1821, ελεύθερα αντίγραφα έργων του βαυαρού ζωγράφου Φον Ες, αρχαίους Θεούς, τοπία και πλήθος διακοσμητικών. Ο Θεόφιλος κάνει επίσης και πίνακες σε χαρτόνι, σανίδι, πανί και τενεκέ.

Η ζωή του βελτιώνεται κάπως μετά την μικρασιατική καταστροφή όταν πρόσφυγες στήνουν πρόχειρες παράγκες όπου εγκαθίστανται επαγγελματικά. Αναθέτουν στον Θεόφιλο την διακόσμηση αυτών των άθλιων μαγέρικων, πατσατζίδικων, ραφτάδικων, τσαγκάρικων. Είναι ο κατάλληλος να τους εκφράσει, αφού σχημάτισε το ζωγραφικό του ύφος στη χαμένη τους πατρίδα. Και εδώ όπως παντού άπλωσε τον ηρωικό του κόσμο. Ο Έκτωρ και ο Μεγαλέξανδρος, ο Κολοκοτρώνης και ο Αθανάσιος Διάκος,ο Παύλος Μελάς και ηρωίδα Ελένη, ο Κουταλιανός και ο Σαμψών, οι δύο τελευταίοι νοσταλγικά σύμβολα σωματικής Ρώμης. Μαζί τους τοπία από την Πόλη, τη Σμύρνη και μικρασιάτικα χωριά. Με φθηνά χρώματα του βαρελιού και συνδετικές ύλες έπλασε έναν κόσμο ποίησης και ομορφιάς. Πρότυπά του λαϊκές χαλκογραφίες και λιθογραφίες, επιστολικά δελτάρια, αποκόμματα εφημερίδων – περιοδικών και φωτογραφίες. Χωρίς το τέχνασμα της προοπτικής που δημιουργεί αταίριαστο πλασματικό βάθος στη ζωγραφισμένη επιφάνεια, έδινε στα έργα του ένα άλλης ποιότητας βάθος, νεοελληνικό και συγχρόνως πανανθρώπινο. Όμως, λίγα χρόνια αργότερα, μια πυρκαγιά που ξέσπασε νύχτα από πολλά σημεία, ασφαλώς όχι τυχαία, κατέστρεψε τις παράγκες και εξαφάνισε τις ζωγραφιές.

Αθανάσιος Διάκος

Τραυματισμένος στο σώμα και στην ψυχή με το αστείο που του έκαναν, φεύγει στο 1927 για τη νησιωτική πατρίδα του. Ο πρόωρα γερασμένος ζωγράφος ξαναβρίσκει εκεί τον παιδικό του κόσμο. Το πέρασμα του χρόνου απαλύνει τις πικρίες. Συναντιέται ώριμος με τους παιδικούς φίλους, ξαναβλέπει το γνώριμο τοπίο της Λέσβου και δέχεται τις μικρές περιποιήσεις συγγενών. Τον βρίσκει ο Μυτιληνιός τεχνοκριτικός Στράτης Ελευθεριάδης, που διαπρέπει στο Παρίσι με το εκγαλλισμένο επίθετο Τεριάντ. Ο Ελευθεριάδης έχει μία πρώτη επαφή με το έργο του Θεόφιλου από φωτογραφίες που του έστειλαν από την Ελλάδα οι ζωγράφοι Φώτης Κόντογλου και Γιώργος Γουναρόπουλος. Όταν πήγε το καλοκαίρι για διακοπές στην πατρίδα του, αναζήτησε και συνάντησε τον Θεόφιλο.

Η άμεση επαφή του με το έργο του φουστανέλα Ζωγράφου επιβεβαιώνει όσα είχε διαισθανθεί. Του μιλάει με ενθουσιασμό για την τέχνη του και του υπόσχεται έκθεση στο Παρίσι. Του αγοράζει πανιά, χρώματα και πινέλα και αναθέτει στον πατέρα του να παραλαμβάνει όσα έργα ετοιμάζει ο Θεόφιλος.  Όλα αυτά ζεσταίνουν κάπως την ψυχή του ζωγράφου, μια σημαντική αλλαγή γίνεται μέσα του και αυτή εκφράζεται στο έργο του. Κουρασμένος από την περιπλάνηση στον ηρωικό κόσμο στρέφεται προς τα κοντινά, τα οικεία, τα καθημερινά, το τοπίο, τις απλές χαρές της ζωής των χωρικών, την οικογενειακή θαλπωρή, τον μόχθο του αγροτικού βίου, τη γυναικεία ομορφιά. Στα έργα της περιόδου αυτής συναντάμε την υφάντρια, τον λυράρη, τον αρκουδιάρη το φουρνάρικο, το υπαίθριο κουρείο.

Βέβαια κάνει αναδρομές και στα παλιά του θέματα. Η γραμμή του γίνεται πιο ήρεμη και το χρώμα λυρικότερο.  Ζωγραφίζει τη Θεία Γαλήνη του κόλπου της Γέρας, όπου το χρώμα της φυλλωσιάς των δέντρων κερδίζει την πιο ευτυχισμένη απόδοση σε ολόκληρη την Ελληνική ζωγραφική. Το θριαμβευτικό καθρέφτισμα του ήλιου και τα φευγαλέα γλιστρήματα του φωτός στα γαλήνια νερά της θάλασσας, το γεμάτο χυμούς πράσινο της βλάστησης, οι αφροί των κυμάτων, δημιουργούν κλίμα ζεστής οικειότητας. Αυτά στους πίνακες. Στους τοίχους ζωγραφίζει τους Μάηδες του Πηλίου, τοπία, λουλούδια, πουλιά. Έτσι συνεχίζεται η ζωή του ως τον Μάρτη του 1934.

Ο κόλπος της Γέρας

Κάποιο πρωινό ανήσυχοι οι γείτονες επειδή έχει δύο μέρες να φανεί, σπρώχνουν την πέτρα με την οποία έκλεινε την πόρτα του άθλιου δωματίου και τον βρίσκουν νεκρό σε αρχόμενη σήψη, ανάμεσα στα κουρέλια που έστρωνε κατάχαμα για να κοιμηθεί και σε τενεκεδάκια για τα χρώματα. Η ιατρική νεκροψία αναφέρει ως αίτιο θανάτου ανακοπή της καρδιάς, άλλοι μιλούν για τροφική δηλητηρίαση. Έτσι, μόλις άρχισε να του χαμογελάει η τύχη, ο ταπεινός ζωγράφος έφυγε μόνος και αβοήθητος από τη ζωή.

Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1935, ο Τεριάντ δημοσιεύει στην Αθηναϊκή εφημερίδα “Αθηναϊκά νέα”  συνέντευξη όπου τον χαρακτηρίζει ως άγνωστο μεγάλο έλληνα ζωγράφο. Τον επόμενο χρόνο οργανώνεται στο Παρίσι έκθεση έργων του. Ο μεγάλος αρχιτέκτονας Λε Κορμπυζιέ τον αποκαλεί σε άρθρο του έναν ζωγράφο γεννημένο από το ελληνικό τοπίο και τα έθιμα του. Και συνεχίζει: Μέσω του Θεόφιλου, ιδού το τοπίο και οι άνθρωποι της Ελλάδας. Κοκκινόχωμα,  πευκότοπος και ελαιώνας, θάλασσα και βουνό των θεών, άνθρωποι που λούονται σε μία τολμηρή και επικίνδυνη ηρεμία που προσφέρεται στα μυτερά σκιρτήματα της ψυχής. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο Μορίς Ραϋνάλ αφιερώνει στο περιοδικό Arts et Metiers,  εγκωμιαστικό άρθρο με τον τίτλο: Θεόφιλος, o Έλληνας χωρικός ζωγράφος.

Εφημερίδες αφιερώνουν σχόλια και πληροφορίες. Ο Γιώργος Σεφέρης στο περιοδικό “Νέα Γράμματα” το Μάρτη του 1937, τον συσχετίζει με τον Μακρυγιάννη, ενώ ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Τάκης Μπαρλάς και άλλοι μιλούν με ενθουσιασμό. Έντονη ωστόσο, ήταν η αντίδραση από τους συντηρητικούς. Το 1939 ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, έγκυρη υπογραφή του καιρού του,  δημοσιεύει στα Νεοελληνικά Γράμματα της συνέντευξη. Αρνείται κάθε αξία στον Θεόφιλο και γενικά στη λαϊκή τέχνη. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, εκδίδεται στο Βόλο το βιβλίο του Κίτσου ΜακρήΟ ζωγράφος Θεόφιλος στο Πήλιο” που ξεσηκώνει θύελλα κατακρίσεων από τους αρνητές του Θεόφιλου, αλλά και ευνοϊκά σχόλια.

Τον Μάιο του 1947 οργανώνεται στο βρετανικό συμβούλιο της Αθήνας, μεγάλη έκθεση έργων του Θεόφιλου. Στα εγκαίνια μιλάει ο Γιώργος Σεφέρης. Δίνεται τότε η ευκαιρία να αποτιμηθεί το έργο από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Στον κύκλο των συζητητών, ανάμεσα σε πολλούς άλλους είναι και οι Ηλίας Βενέζης, Κλέων Παράσχος, Δημήτρης Ευαγγελίδης Μανώλης Χατζηδάκης, Σπύρος Βασιλείου, Ευάγγελος Παπανούτσος, Μαρίνος Καλλιγάς, Άγγελος Σικελιανός, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. Από τότε, έργα του Θεόφιλου παρουσιάζονται στην Αθήνα, στη Μυτιλήνη, στη Θεσσαλονίκη, στον Βόλο, στη Στουτγκάρδη, στις Βρυξέλλες, στη Βέρνη, στο Παρίσι, στη Γενεύη. Τον Αύγουστο του 1965 εγκαινιάζεται στην πατρίδα του Βαρειά, το Μουσείο Θεόφιλου, δωρεά του Στρατή Ελευθεριάδη – Τεριάντ. Στα εγκαίνια συγκεντρώθηκαν σημαντικοί άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης. Ο καθηγητής κ. Κατακουζηνός συνόψισε το νόημα αυτής της σύναξης με τούτα τα λόγια: Ήλθαμε, όχι μονάχα για να προσκυνήσουμε, αλλά και για να αποκαταστήσουμε τον εαυτό μας απέναντί του.

Παρόμοια άρθρα

Ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Back to top button